Είναι κάτι παιδιά

altΕίναι κάτι παιδιά που καταπιέστηκαν από το σπίτι τους, είναι κάτι παιδιά που δεν μπορούν να ορθώσουν το ανάστημά τους.
Είναι τα παιδιά που δεν συμμετέχουν στις παρέες του σχολείου.
Είναι τα παιδιά που τα βλέπεις μόνα τους στην αυλή του σχολείου.
Είναι τα παιδιά που κρύβονται ακόμη κι όταν είναι μπροστά σε όλους, που κρύβονται ακόμα και όταν είναι μόνα τους.

altΕίναι τα παιδιά που δεν παίζουν μπάλα, δεν παίζουν μπάσκετ.
Είναι τα παιδιά που άμα τα πιέσεις, δεν μιλάνε, ψελλίζουν.
Είναι τα παιδιά που θα τα δεις μόνα τους στο θρανίο.
Είναι κάτι παιδιά που είναι οι παρίες του σχολείου.
Είναι τα παιδιά θύματα.

Είναι κάτι παιδιά, κάτι άλλα παιδιά, που δεν πήραν αγάπη από το σπίτι τους.
Είναι τα παιδιά που για να αντέξουν, αφαίρεσαν κάθε «αδυναμία» από το χαρακτήρα τους για να επιβιώσουν.
Είναι τα σκληρά παιδιά.

Είναι κι αυτά θύματα σαν τα προηγούμενα. Είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Αυτά τα παιδιά, καταδυναστεύουν τα άλλα παιδιά. Καταδυναστεύουν τα «αδύναμα» παιδιά. Είναι τα παιδιά που θα κοροϊδέψουν τους αδύνατους, που θα τους βάλουν τρικλοποδιά, που θα τους λοιδορήσουν, θα τους χτυπήσουν, θα αποβάλλουν από τη σχολική κοινότητα τα αδύνατα παιδιά.
Είναι κι αυτά παιδιά θύματα, είναι τα παιδιά που κινδυνεύουν να αποβληθούν αύριο από την κοινωνία. Είναι τα παιδιά που θα είναι οι αυριανοί ρατσιστές.

Είσαι κι εσύ παιδί μου, που δεν είσαι με τα «εκείνα» τα παιδιά ούτε με τα «άλλα». Είσαι το παιδί που αγαπάς το σχολείο, αγαπάς το διάβασμα, που έχεις την παρέα σου, που είσαι ελεύθερο παιδί, χαρούμενο.

Εσύ παιδί μου, τα βλέπεις τα παραπάνω, βλέπεις τα αδύναμα παιδιά, εσύ έχεις θάρρος, ξέρεις τι θες, με σένα δεν τα βάζουν εύκολα οι νταήδες του σχολείου. Εσύ έχεις άποψη που ακούγεται. Πάρε πρωτοβουλία, μάζεψε αυτούς που μπορούν, συνασπισθείτε, φτιάξτε ομάδα αντί-bullying.
Μπορείτε παιδί μου, οργανωθείτε. Φωνάξτε τους νταήδες, εξηγηθείτε μαζί τους. Πάρτε τους με το μέρος σας. Βάλτε στο κόλπο τους δασκάλους. Ενημερώστε τον Σύλλογο Γονέων. Πάρτε θέση. Έχετε συμβούλια, δραστηριοποιηθείτε.

Βοηθήστε τα παιδιά, που υποφέρουν. Κι ένα να ξέρετε, η Χαρά σας θα είναι τεράστια.
.
Το μόνο που χρειάζεται για να ανθίσει το κακό,
είναι να μην κάνουν τίποτα οι καλοί άνθρωποι
hamomilaki

Στα ξεχωριστά παιδιά

alt

Special Olympics World Summer Games
ATHENS 2011

Ολυμπία
Στο χώρο αυτό, και οι πέτρες μιλούν,
αρκεί τη λαλιά τους να κατέχεις.

Στο χώρο αυτό, το χώμα είναι ζεστό,
αρκεί γονατιστός να το αγγίξεις.

Στο χώρο αυτό, η φλόγα αγρυπνεί,
αρκεί στο μεγαλείο της τη ματιά σου να γυρίσεις.

Στο χώρο αυτό, το ΕΥΓΕ αντηχεί,
αρκεί στην αντήχηση την ακοή σου να στήσεις.

Στο χώρο αυτό, η νίκη περπατά ξυπόλητη,
αρκεί τα 'χνάρια της να ψάξεις.
alt
Στο χώρο αυτό, η δόξα με εσθήτα περιφέρεται,
αρκεί ανάργυρος στο στίβο να κατέβεις.
Στο χώρο αυτό, αλλιώς ο αγέρας σε τυλίγει,
αρκεί το πετσί σου να τον νιώσει.

Στο χώρο αυτό, αλλιώς ο ήλιος σε ντύνει,
αρκεί γυμνός απ' όλα να μείνεις.

Στο χώρο αυτό, αλλιώς οι παλμοί σου χτυπούν,
αρκεί στην καρδιά το χέρι να βάλλεις.
D.B.
30/04/2004

Αγανακτισμένη έφηβη

Τα τείχη
Κ.Π.Καβάφη

«Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κΆ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.»

Τι πέρναγε από το μυαλό σας τόσα χρόνια; Πώς κάνατε, όσα κάνατε έτσι απερίσκεπτα, έτσι απλά και όπως έλαχε; Στήσατε τείχη γύρω μου, με εγκλωβίσατε, στήσατε άτσαλα όλη τη ζωή μου.

Πώς να ζήσω; Πώς να ονειρευτώ;
Λένε ότι οι γονείς βάζουν πρώτα τα παιδιά τους. Ότι πάνω απ' όλα το δικό τους μέλλον σκέφτονται, τη δική τους ευτυχία.
Όταν, όλοι σας, είτε δρώντας άνομα οι ίδιοι, είτε με την ένοχη ανοχή σας και χωρίς την παραμικρή λύπη, φτιάξατε για μένα μια ζωή «στημένη», μια φυτοζωή, τι είδους αγάπη είχατε μέσα σας για το σπλάχνο σας, τη συνέχειά σας, το παιδί σας;
Παιδιά όλων σας είμαστε, αυτό τουλάχιστον το έχετε καταλάβει;
 
Απερίσκεπτοι, ανάλγητοι και χωρίς τσίπα -«χωρίς αιδώ»-, πήρατε τη ζωή μου για παιχνίδι και μάλιστα στημένο κατά τα κέφια σας και τα εφήμερα συμφέροντά σας.
Ποια ονειροπαγίδα μπορείτε πια να βάλετε μπροστά στη ζωή μου για να διαλύσετε τα κακά μου όνειρα; Οι εφιάλτες μου τώρα είναι στον ξύπνιο όχι στον ύπνο μου.

«Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
¶λλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·»

Μόλις πριν λίγο άφησα το διάβασμα, έδωσα εξετάσεις με το δικό σας σύστημα και «πέτυχα».
Πέτυχα τι;; Θα δείξει.
«Τα τείχη» αισθάνομαι τώρα να με βαραίνουν περισσότερο. Θα σπουδάσω, ναι. Δεν έχω όμως την πολυτέλεια (με πατέρα που απολύθηκε και μάνα που σκοτώνεται σε δυο δουλειές για να τα φέρουμε βόλτα) να ονειρεύομαι μια ξέγνοιαστη φοιτητική ζωή.
Έχω μια θλίψη βαθιά, απελπισία όχι.
Θλίψη για το δικό σας κατάντημα, και αγανάκτηση για την αμυαλιά και την επιπολαιότητά σας.
Όσο για μένα;
Ευτυχώς υπάρχει και η Ποίηση...
.
«διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.»
 
Περνάω σε «καλή σχολή» της «επιλογής» μου.
Τίποτα και κανένας δε μου στάθηκε για να επιλέξω σωστά.
Και εδώ το «σύστημά» σας άρπα κόλλα το φτιάξατε.
Τείχος στην πιο κρίσιμη ηλικία μου η όλη διαδικασία επιλογής σπουδών. Καμιά ενημέρωση, καμιά φροντίδα από κανέναν.
Έχω πολλά να κάνω εκεί «έξω».
Τι λέτε; Σκοπεύετε να ανοίξετε καμιά πύλη στα πανύψηλα τείχη που σκαρώσατε, μήπως και μπορέσω να δω τα όμορφα, που επιμελώς μου κρύβετε;

«Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μΆ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.»
 
Όσο δουλεύατε αδιάκοπα για να υψώσετε «τα τείχη», χαμπάρι δεν πήρα. Φαίνεται ότι από παιδί συνήθισα τους κρότους και τους ήχους σας και σημασία δεν έδινα.
Κάτι καλό για μένα χτίζουν, σκεφτόμουν. Δεν μπορεί, παιδί τους είμαι. Και τα παιδιά τα αγαπούν οι μεγάλοι.

Και τέλειωσα πριν λίγο το Λύκειο, όπου έμαθα πολλά από ένα κείμενο, που το σύστημά σας θέλει να διδάσκεται μια ώρα μόνο τη βδομάδα.
Έμαθα από ένα κείμενο ότι Δημοκρατία θα πει αξιοκρατία, ισονομία, ισηγορία, εντιμότητα.
Διδάχτηκα τον «Επιτάφιο» του Περικλή.
Και ξέρετε κάτι; Πάλι θα μελετήσω αυτό το κείμενο και είμαι σίγουρη ότι απ' αυτό θα βρω τα άριστα εργαλεία να γκρεμίσω τα «τείχη» που γύρω μου στήσατε.
 
Ευτυχώς υπάρχει ο Επιτάφιος...
Ευτυχώς υπάρχει η Ποίηση.
Δέλτα Βήτα

Να τα δικά μου ασημικά!!

Μια φορά ήταν μια μανούλα που είχε τέσσερα παιδάκια.
Το μεγαλύτερο ήταν έξι χρονών και το μικρότερο ίσα που μπουσούλαγε.
Μόλις είχε μετακομίσει η οικογένεια στο δικό της σπιτάκι. Είχαν βάλει μέσα τα απαραίτητα και πολλά ακόμα έλειπαν για να το τελειώσουν. Σιγά-σιγά, όλα θα γίνουν, σκεφτόταν και μια χαρά μεγάλωναν τα βλασταράκια της.
Ένα απόγευμα χτυπάει το κουδούνι. Μια γειτόνισσα ήρθε για επίσκεψη.
Η πόρτα άνοιξε χαρούμενα και η άγνωστη κάθισε στο σαλόνι.
¶ρχισε να μελετάει τους χώρους αδιάκριτα και μετά τα τυπικά, για καλή εγκατάσταση και τα παρόμοια, έκανε το μεγάλο λάθος.
Βλέπω ότι ακόμα δεν έχετε επιπλώσει το σπίτι. Είπε με το θράσος που δίνει η αίσθηση της «ανωτερότητας».
Όλα θα γίνουν, απάντησε η μανούλα, προσπαθώντας να φανεί ευγενική.
Εδώ, αυτή η γωνιά είναι ό,τι πρέπει για να βάλεις μια βιτρίνα για τα ασημικά σου, συνέχισε η άλλη.
Ααα, τα ασημικά μου!! Δεν το είχα σκεφτεί. Μισό λεπτάκι παρακαλώ. Είπε η μανούλα και άνοιξε την πόρτα που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια.
Παιδιά, ελάτε λίγο που σας θέλω, φώναξε.
Σε ένα λεπτάκι τα παιδάκια παρουσιάστηκαν. Πρώτα τα μεγαλύτερα μέσα στις μπογιές ζωγραφικής και αμέσως μετά ο τρίτος μπόμπιρας κουβαλώντας και σέρνοντας σχεδόν το μικρό αδερφάκι του.
Αυτό που είδε η γειτόνισσα δεν πρόκειται να το ξεχάσει.
Και αυτά που άκουσε ίσως να της έδωσαν ένα καλό μάθημα.
Ο πιτσιρίκος που έσερνε το μικρό, είχε πασαλειφτεί ολόκληρος σχεδόν με μερέντα στα χεράκια και στο πρόσωπο και το μωράκι, μέσα στη μερέντα και αυτό γλυφόταν με ευχαρίστηση.
Ααα!! έκανε η ξένη, λερώθηκαν!!
-Να τα δικά μου ασημικά! Είπε με καμάρι η μάνα.

Η γειτόνισσα, όπως έμαθα, δεν επισκέφτηκε άλλη φορά τη μανούλα που δεν είχε ασημικά για να βάλει σε έπιπλο, αλλά ασημικά και μαλάματα της καρδιάς της, πασαλειμμένα με μερέντα και χρώματα ζωγραφικής.

Αγανακτισμένα Χαμομηλάκια

είμαστε αγανακτισμένοι όλοι εμείς οι έφηβοι
είμαστε αγανακτισμένοι όλοι εμείς οι νέοι
είμαστε αγανακτισμένα όλα εμείς τα παιδιά
Δεν δέχομαι, δεν μπορώ να δεχτώ ότι έφυγε
το φιλότιμο από τον τόπο μου.
--Το καταλαβαίνετε;
Αυτό με πονάει και με θυμώνει περισσότερο απ' όλα.

επειδή:

--δεν προστατεύσατε την πατρίδα μας
--εκμεταλλευτήκατε και καταχραστήκατε ό,τι ήταν δυνατόν
--υποθηκεύσατε το μέλλον μας με κάθε τρόπο
--αφαιρέσατε τις ελπίδες μας

--Με ποιο δικαίωμα για δεκαετίες ξεσαλώνατε υποθηκεύοντας τα αγέννητα;
--Με ποιο δικαίωμα αφήσατε τόσες γενιές απαίδευτες με αποτέλεσμα να ψηφίζουν και να ξαναψηφίζουν εσάς τους ίδιους που φέρατε εδώ τα πράγματα;
--Με ποιο δικαίωμα;

--Αηδιάζω να σας ακούω να επαγγέλλεστε «λύσεις», εσείς που τίποτα δεν αφήσατε όρθιο.
--Εσείς που χαρίσατε στους γερμανούς τον πλούτο που έκλεψαν, στην Κατοχή ντε, και από το '50 φέρατε τη Siemens να αλωνίζει και μαζί τα τρώγατε.

--Βαρέθηκα να σας βλέπω στα κανάλια και ντρέπομαι για λογαριασμό σας, που έχετε ακόμα μούτρα και εμφανίζεστε.
--Βαρέθηκα να σας ακούω να μιλάτε και να μην κάνετε τίποτα.
--Βγάλτε τις μοδάτες γραβάτες και στρωθείτε στη δουλειά ή ξεκουμπιστήτε.

--Δε θέλω άλλο να φοβάμαι βλέποντας τις ειδήσεις σας.
--Δε θέλω φωνές στο σπίτι και γκρίνιες επειδή δεν υπάρχουν λεφτά.

Ζάπλουτοι καταχραστές, κλέφτες του δημοσίου χρήματος, διαπλεκόμενοι αλητήριοι, δεν ανέχομαι πια να παρατηρώ αδιάφορα να ασελγείτε πάνω στο δικό μου μέλλον και στο μέλλον των αγέννητων παιδιών μου.

Στη συνείδησή μου είστε ένα όλοι, επειδή επιμένετε στην παραγραφή των δικών σας εγκλημάτων σε βάρος μου.
Έχω φτάσει στο σημείο να κλείνω τα αυτιά μου, να κατεβάζω ρολά για μη βλέπω και να μην ακούω τον άδικο λόγο σας. Ένα λόγο που με θράσος απίστευτο τον υπερασπίζεστε, όπως ο απόλυτα άμεμπτος αδικημένος άνθρωπος μάχεται για την τιμή του.
Δεν δέχομαι, δεν μπορώ να δεχτώ ότι έφυγε το φιλότιμο από τον τόπο μου.
--Το καταλαβαίνετε;
Αυτό με πονάει και με θυμώνει περισσότερο απ' όλα.

--Θέλετε να βγει η Πατρίδα από την κρίση;
--Εεε;; Θέλετε;;
--Βάλτε φυλακή τους κλέφτες. Δημεύστε τις περιουσίες που άτιμα αποκτήθηκαν. Θυμώνω που μας περνάτε για ηλίθιους

Εμείς αυτό που θέλουμε είναι:
--μια καλύτερη πατρίδα
--θέλουμε δικαιοσύνη
--θέλουμε παιδεία
--θέλουμε ασφάλεια
--θέλουμε μέλλον

--θέλω να παιζω ελευθερα, με χαρά, γιατί είμαι παιδί

μας το χρωστάτε

¶ντε μη ... θυμώσω κι άλλο.!!

Στη λιμνούλα με τα νούφαρα - Ένα οικολογικό «παραμύθι»

alt
Μια φορά κι έναν καιρό, στην άκρη ενός μεγάλου καταπράσινου δάσους υπήρχε μια λιμνούλα με νεράκι γαλάζιο στη μέση και πρασινωπό στις όχθες, από τους μικρούς θάμνους και τα χορταράκια που ολόγυρά της φύτρωναν.
Ήταν ήσυχα εκεί που άρχιζε το μεγάλο δάσος και όποιος πήγαινε μια βόλτα στη λιμνούλα θαρρούσε πως βρισκόταν σε έναν άλλο κόσμο, μακριά και πέρα από τη βουερή φασαρία της κοντινής μεγάλης πόλης.
Η λιμνούλα είχε για στολίδια όμορφα νούφαρα, που σαν στρογγυλές βαρκούλες έπλεαν λες πάνω στα νερά της, με τα κόκκινα, κίτρινα ή πορτοκαλί λουλούδια τους, χωρίς όμως να πηγαίνουν πουθενά.
Κάτι όμως δεν πήγαινε καλά. Στα δυο ήταν χωρισμένη η γαλάζια λιμνούλα.
Από τη μια μεριά, πάνω στα νούφαρα, ήταν καθισμένα πολλά-πολλά βατραχάκια, που ποτέ δεν πήγαιναν στην άλλη μεριά. Ποτέ.
Από την άλλη, μέσα στο νερό, πολλά-πολλά χρυσοψαράκια, που ποτέ δεν πήγαιναν στην άλλη μεριά. Ποτέ.
Βλέπετε βατραχάκια και χρυσοψαράκια ήταν μαλωμένα, κανείς δεν ξέρει από πότε και για ποιο λόγο. Έτσι, βλέπανε μόνο τα άσχημα και τα κακά των άλλων, των απέναντι,... και κανένα σωστό και καλό. Πίστευαν λοιπόν ότι μόνο αυτοί ήταν έξυπνοι, όμορφοι και καλοί.
Να, ο κύριος Μπάκακας, καθισμένος πάνω στο νούφαρο με το κόκκινο λουλούδι, βγάζει φωνή μεγάλη μόλις βλέπει τον κύριο Χρυσάφη από απέναντι.
alt
Να τα μαζέψεις τα παιδιά σου τα κιτρινιάρικα. Δεν έχουν καμμιά δουλειά με τα δικά μου. Και χλάααπ άρπαξε με την κόκκινη γλώσσα του ένα παχουλό κουνούπι.
Εσύ να μαζέψεις τα χαζά και άσχημα παιδιά σου. Δεν έχουν καμιά δουλειά με τα χρυσαφένια ομορφοψαράκια μου, απάντησε ο Χρυσάφης και φράααπ, με μια βουτιά χάθηκε στο γαλάζιο νεράκι νευριασμένος.
altΣε δυο μέρη χωρισμένη λοιπόν ήταν η λιμνούλα και μόνο το μεγάλο νερόφιδο ο κύριος Σοφούλης μπορούσε παντού να τριγυρνάει και κανένας δεν του έλεγε κουβέντα, μιας και ήταν σοβαρός και καλός και απ' όλους σοφότερος.
Και δε σας είπα ότι σε άλλο σχολειό πήγαιναν τα μπακακάκια, σε άλλο τα χρυσοψαράκια και ούτε έπαιζαν μαζί βέβαια αφού οι γονείς τους κουκούτσι μυαλό δεν είχαν στο κεφάλι τους.
Ένα απόγευμα ζεστό, την ώρα που ο ήλιος έδυε, το νερόφιδο ο Σοφούλης που όλοι τον σέβονταν στάθηκε στη μέση της λίμνης και έβαλε μεγάλη φωνή.
Μεγάλο κακό μας βρήκε, ελάτε εδώ κοντά μου όλοι, να δούμε τι θα κάνουμε, πως θα τα βγάλουμε πέρα. Κοιτάξτε καλά το νεράκι, άρχισε να μαυρίζει και μια βρωμερή μυρωδιά βγαίνει από τη λιμνούλα μας. Αλλά σας αφήνουν οι καυγάδες να δείτε τη συμφορά που μας ήρθε;
Αναστατώθηκαν τα βατραχάκια και τα χρυσοψαράκια και άρχισαν να κάνουνε γύρους για να βρουν, στη δικιά τους μεριά βέβαια, για να καταλάβουν τι γίνεται.
Ξέρω από πού βγαίνουν οι βρωμιές. Τις είδα εκεί αριστερά δίπλα στο σπίτι σου Μπάκακα, από μια μαύρη σωλήνα να βγαίνουν.
alt
Καλά να πάθεις, τσίριξε ο Χρυσάφης το χρυσόψαρο, τέτοιος που είσαι καλά να πάθεις.
Τι λες ανόητε; Νομίζεις ότι, επειδή το σπίτι σου είναι στα δεξιά, εσύ θα τη γλιτώσεις; Δεν έχει δεξιά και αριστερά, άμυαλοι, όλοι μας την ίδια λιμνούλα έχουμε για σπίτι.
Έτσι είπε θυμωμένα ο Σοφούλης το νερόφιδο, που όλοι τον σέβονταν μιας και ήταν σοβαρός και καλός και απ' όλους σοφότερος.
¶ντε αφήστε στην πάντα τις διαφορές σας -που κανένας σας δεν ξέρει πότε και γιατί ξεκίνησαν-, αφήστε το μίσος που σας τρώει και σκεφτείτε τι θα κάνουμε για να γλιτώσουμε όλοι.
Εκείνη τη στιγμή βούουουουρ, βούουουουουρ ακούστηκε και ξεχύθηκαν από τη μαύρη σωλήνα πολλά βρώμικα νερά.
Όλοι τρόμαξαν και τραβήχτηκαν πέρα.
Μια ιδέα μου ήρθε στο μυαλό! Ξέρω τι πρέπει να κάνουμε. Είπε ο Σοφούλης.
Μα μόνος μου δε θα τα καταφέρω. Πρέπει να βουλώσουμε τη σωλήνα. Εμπρός, όλοι στη δουλειά. Μαζέψτε φύλλα, χορταράκια, πέτρες και χώμα με νερό, να κάνουμε λάσπη. Γρήγορα, μη στέκεστε. Πρέπει να βουλώσουμε τη σωλήνα.
Γρήγορα-γρήγορα, που λέτε, μπήκαν στη γραμμή και άρχισαν να κλείνουν τη βρωμερή σωλήνα.
Και επειδή ήταν πολλά- πολλά βατραχάκια και πολλά- πολλά χρυσοψαράκια, και επειδή όμορφα συνεργάστηκαν, σύντομα έκλεισε η τρύπα και τα βρώμικα νερά σταμάτησαν να βγαίνουν.
Το απόγευμα της άλλης μέρας το εργοστάσιο που βρισκόταν έξω από την κοντινή πόλη και ήταν κοντά στη λιμνούλα, πλημμύρισε από βρώμικα νερά. Οι μηχανές του βούλωσαν και χάλασαν και μεγάλη ζημιά έπαθαν οι άνθρωποι με τις χοντρές κοιλιές, τα χοντρά πορτοφόλια και τα αχόρταγα στομάχια.
Το έμαθαν άνθρωποι καλοί, και πολλά παιδιά και νέοι -πολλοί νέοι- και καθάρισαν εντελώς από τα μολυσμένα βρωμόνερα τη λιμνούλα με τα νούφαρα και μέχρι τώρα εκεί πηγαίνουν εκδρομή, να δροσιστούν και να χαρούν από την ομορφιά της.
Ένας όμορφος κόσμος έγινε η λιμνούλα για μπάκακες, για χρυσόψαρα και για το σοφό τους δάσκαλο το Σοφούλη το νερόφιδο, που πολύ συγκινημένος πάλι τους μάζεψε όλους και τους είπε.
Καλά τα καταφέρατε. ¶ντε δώστε τα χέρια τώρα και φιληθείτε όλοι με όλους, η έχθρα να τελειώσει.
Έτσι κι έγινε. Και τα δυο σχολειά γίνανε ένα, ένας και οι δυο παιδότοποι και φιλαράκια καλά κι αχώριστα έγιναν χρυσοψαράκια και μπακακάκια.
Και κάτι τελευταίο.
Αυτά, θαρρώ, δεν έγιναν μια φορά κι έναν καιρό.
Η λιμνούλα με τα νούφαρα είναι κάπου δίπλα στον καθένα μας.
Μόλις τη βρείτε, ποτέ μα ποτέ να μην αφήσετε να την καταστρέψουν οι άνθρωποι με τις χοντρές κοιλιές, τα χοντρά πορτοφόλια και τα αχόρταγα στομάχια.
Και έτσι θα ζουν όλα τα πλάσματα στη γη καλά και όλου του κόσμου οι άνθρωποι, ακόμα καλύτερα!
Δέλτα Βήτα

Κι όμως ... υπάρχει Ελπίδα!

altΜαζεύτηκαν, όσοι χρειάζονταν για να αρχίσει η παρουσίαση.
Πριν μπει στο θέμα ο εισηγητής, ανταλλάχτηκαν μερικές κουβέντες.
Το θέμα πήγε, στον πατέρα που σφαγιάστηκε άγρια για μια κάμερα.
 
Πήρε τον λόγο ένα από τους παρευρισκόμενους και είπε:
- Την ίδια μέρα που έγινε αυτό, φεύγοντας από την δουλειά μου, πήγα στο αυτοκίνητο, όταν χτύπησε το κινητό μου. Μετά το τηλεφώνημα, στην προσπάθεια μου να ξεκλειδώσω το αυτοκίνητο, άφησα το κινητό μου στην οροφή του αυτοκινήτου. Ξεκλείδωσα, έβαλα μπρος και .. έφυγα και φυσικά το κινητό στην πορεία ... έπεσε από την οροφή του αυτοκινήτου. Όταν έφτασα στο σπίτι, αναζήτησα το τηλέφωνο, αλλά ... τίποτε. ¶ρχισα να καλώ τον αριθμό μου από το κινητό της γυναίκας μου. Το τηλέφωνο καλούσε, αλλά δυστυχώς, κανείς δεν απαντούσε.
Είχα μεγάλη απογοήτευση. Το τηλέφωνο ήταν ακριβό, όχι από ψώνιο, αλλά σαν εργαλείο της δουλειάς μου. Είχα τα πάντα εκεί μέσα. Στενοχωρήθηκα, αλλά τι να έκανα, ζήτησα και μπήκε φραγή στον αριθμό μου.

Αργότερα, χτύπησε το κινητό της γυναίκας μου.
- Ορίστε ...
-...
- Παρακαλώ;
- Χάσατε το τηλέφωνό σας;
- Ναι, ναι, παρακαλώ, πέστε μου
- Βασανίστηκα πολύ κύριε, αν έπρεπε να σας καλέσω. Ομολογώ, ότι έψαξα την συσκευή σας, ήταν ξεκλείδωτα όλα και διαπίστωσα ότι ήταν σημαντικό για σας. Αποφάσισα λοιπόν να σας το επιστρέψω.

Πήγα, στον τόπο που μου είπε και συναντήθηκα μαζί του. Ήταν ένα παλικάρι, δούλευε σε delivery.
- Όταν ήμουν φαντάρος, είπε το παλικάρι, έχασα το κινητό μου. Δυστυχώς δεν μου το επέστρεψε κανείς, αλλά στενοχωρήθηκα πολύ διότι, τότε το τηλέφωνάκι μου, ήταν μεγάλη συντροφιά για μένα. Έτσι αποφάσισα να σας το επιστρέψω, αν και ... βασανίστηκα πολύ.

Κανείς μας δεν μιλούσε, ο κύριος που μας έλεγε τα παραπάνω, είχε ένα κόμπο ...
- Θέλω να βοηθήσω αυτό το παλικάρι, μεσολάβησα σε ένα μαγαζί McDonald που γνώριζα και τον προσέλαβαν. Ο νέος σπουδάζει, θέλω να τον βοηθήσω στις σπουδές του, είπε με χαμηλή φωνή, σαν να μονολογούσε...
-----------
Καλοί μου, αναγνώστες, μαθαίνουμε τα άσχημα, επειδή το κακό σοκάρει.
Καλά γίνονται συνέχεια, αλλά το Καλό είναι διακριτικό.
Το Καλό δεν κομπάζει.
Το Καλό ... κάνει το καλό και ... σιωπά, επειδή έτσι λειτουργεί το Καλό.
Και λειτουργεί συνέχεια, δίπλα μας, διακριτικά.

Γι' αυτό υπάρχει ελπίδα.
Τίποτε δεν χάθηκε.
Ούτε πρόκειται να χαθεί.

Το «σκάρτο εμπόρευμα» και το παιδί ΑμεΑ

Δείτε την ταινία μικρού μήκους
«Αυτό;» ρωτάει.
«¶στο αυτό! Έχει πρόβλημα στο πόδι» του απαντά ο ιδιοκτήτης τού pet-shop, αναφερόμενος στο «σκάρτο εμπόρευμα», ένα σκυλάκι, που ετοιμάζει για «επιστροφή».

«Αυτό θέλω» λέει το παιδί-πελάτης.
 
«Αυτό είναι κουτσό. ¶χρηστο» του απαντά.
«Θα σας δώσω όσα έχω» επιμένει ο μικρός.
«¶κουσε, αγόρι μου, δεν είναι καλή αγορά. Ούτε να παίξεις μαζί του δεν μπορείς ούτε να τρέξεις» επιμένει ο ιδιοκτήτης.
Δεν έχει δει πως ο μικρός πελάτης έχει πρόβλημα κινητικότητας. Όταν το διαπιστώνει, είναι πια αργά...

Αλήθεια, θα μπορούσε να είχε προλάβει το σφάλμα;
Αν είχε δει νωρίτερα αυτήν τη συγκλονιστική ταινία μικρού μήκους (που, δυστυχώς για όλους μας, δεν έχει προβάλει η τηλεόραση), σίγουρα θα συμπεριφερόταν διαφορετικά.
Διαρκεί μόλις 7 λεπτά και δύο δευτερόλεπτα. Και συνδυάζει δύο εξαιρετικά σημαντικά ζητήματα: εκείνο της αναπηρίας και εκείνο της ζωοφιλίας, για να καταλήξει στο σεβασμό της διαφορετικότητας.
Η μοναδική και άκρως ρεαλιστική ταινία μικρού μήκους, σε σκηνοθεσία Μιχαήλ-Γαβριήλ Ζενέλη και με πρωταγωνιστές τον μικρό Θοδωρή Ασημάκη και τον Μελέτη Γεωργιάδη, δεν αξίζει μόνο επειδή έχει βραβευτεί ως καλύτερη ταινία μικρού μήκους στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας για Παιδιά και Νέους και με ειδικό βραβείο στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Πάτρας, ούτε επειδή έλαβε δύο Ειδικές Μνείες (στην Πεσκάρα, Ευρωπαϊκό Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους, και στη Νάουσα, Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους) και δύο Silber Metal (Φεστιβάλ der Nationen και Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Des Nightkommerziellen Films).
Αξίζει απλώς και μόνο γιΆ αυτό που είναι!

Η ψυχή του ναυτικού


Όποιο μέρος του κορμιού μου κι αν στύψεις
θαλασσόνερο θα βγει.
Αρμυρό.
 
Με όπλο το νου, που ερευνά, συγκρίνει,
αποτυπώνει και φτάνει στη γνώση
το πλεούμενο ένα με μένα που ΅ναι,
επιδέξια ορίζω,
κι ο ¶ξενος Πόντος, Εύξεινος πια,
τον ιχνηλάτη του άπιαστου,
τον δαμαστή καλοδέχεται,
ερέτη επιδέξιο, παγιδευτή ψαρά,
κι έμπορο μεταπράτη.
 
Σε όρμους νηνεμίας απάνεμους,
καιροφύλακας των ανέμων των ούριων,
προσμονή, υπομονή κι απαντοχής σκληράδα
μέχρι να πνεύσει ο Ζέφυρος,
μέχρις η Λευκοθέα* νΆ απλώσει τα λυτά μαλλιά,
μιαν αγκαλιά αφροστόλιστη
τριγύρω στο σκαρί μου,
για να ναι καλοτάξιδο.
 
Αυλακωμένα τα χέρια μου, δες.
Των χεριών οι παλάμες χαραγμένες βαθιά,
τραχιά των σκοινιών μονοπάτια,
της αγριάδας των κυμάτων καθρέφτες.
 
Όσο αγριεύει η θάλασσα,
τόσο η ψυχή βαθαίνει.
 
Το δικό μου το αύριο ξέρω τι κρύβει.
Ναυάγιο, φουρτούνα,
μπουρίνι άξαφνο, ολοσκότεινο,
για  ταξίδι απρόσκοπτο,
όλα τα λογαριάζω προτού νΆ ανοίξω το πανί
και  ξανοιχτώ στο πέλαγο.
 
Όντας  χτυπάνε το σκαρί τα τρομερά δρολάπια
και ο πλατύς ορίζοντας απΆ τη ματιά μου φεύγει
και σμίγουν Γαία κι Ουρανός τέρατα να γεννήσουν,
τότες στυλώνονται γερά τα δυο μου τα ποδάρια,
χώνονται, λες, μέσα στη σάρκα του σκαριού,
βιδώνομαι και στο κατάρτι δένομαι
το κύμα μη με πάρει.
 
Κύμα το κύμα,

μια πάνω μετέωρος,
μια κάτω χαμένος στα άπατα βάθη,
παλεύω και μάχομαι
με στέρνο φουσκωμένο
από μιαν άγρια χαρά,
που όμοιά της καμιά οι στεριανοί δε γεύονται.
 
Την τραχιά μου την όψη
σμιλέψαν, χαράξαν οι άνεμοι,
του ήλιου η κάψα, οι καιροί οι αντίξοοι,
κι η διψασμένη αρμύρα της θάλασσας.
Μα πιότερο απΆ όλα, δώρο μου κάναν τη ματιά,
το καραβίσιο βλέμμα,
αγριάδα και γλύκα μαζί,
πόχει το χρώμα του χαλκού σαν αγριεύει το πέλαγο
το γαλανό και ξάστερο, όταν αυτό μερεύει.
 

Θαλασσογράφος πίνακας
σΆ όλα του Πόντου τα χρώματα.
 
Πλατιά η ψυχή σαν τη θάλασσα.
Η καρδιά, του κρυσταλλένιου νερού
καθάριο αντιφέγγισμα.
 
Τα λόγια μου λίγα, κοφτά και σταράτα,
καταφυγιώτες στις ρωγμές των κυμάτων,
αισθήσεων ο λόγος.
Μάινααα καρδιά, όρτσααα ψυχή.
Στις ρωγμές των κυμάτων τρυπώνουν οι λέξεις,
του πελάγου αντιβούισμα, χαραγμένος αχός
ζωντανεύουν το πέλαγο
και με τα πλάσματά του
αρχινώ τις κουβέντες.
 
Τα πελάγια ρεύματα οι δικοί μου οι δρόμοι.
Η ψυχή μου ακρόπρωρη
άροτρο, λιβαδιών χαλκογάλανων,
ορμητικά διαβαίνοντας
στα μάτια μου μπρος τους χαράζει
καθαρούς, διαυγείς για σταθερή πορεία.
 
Τις άφεγγες νυχτιές τις ατέλειωτες
τΆ αστροκεντήδια του θόλου του ουράνιου,
των εποχών ανάλογα,
οδηγοί μου για να βρω τη σωστή την πορεία.
Στης μέρας το φως,
των δελφινιών συντροφικά ξεπετάγματα,
αγαπημένοι φίλοι και πλοηγοί αλάνθαστοι.
 
Δεν την αντέχω την στεριά.
Αντραλίζομαι.
Στου σκαριού μου τη ράχη τα βήματά μου σταθερά,
το χώμα σαν πατώ παραπαίουν.
Της Γης και του Αιθέρα ο γιος,
ο Πόντος ο απέραντος,
το σπιτικό και το βιός μου.
Κι άμποτες, σαν έρθΆ η ώρα η καλή,
χώμα μη με σκεπάσει.
Η θάλασσα να με δεχτεί
κι ένα μΆ αυτή να γένω
¶μποτες.
Δέλτα Βήτα


* Θαλάσσια θεότητα του αφρού των κυμάτων που βοηθούσε τους ναυτικούς.

Τέσσερα Χρόνια Χαμομηλάκι

Ήταν 4 χρόνια πριν. Μια μέρα του Νοέμβρη.
 
alt
¶ξιον Αγάπης
κάθε παιδί Χαμομηλάκι
όπου γης,
όποιας φυλής,
όποιας πατρίδας.
Αυτή η ιστοσελίδα φτιάχτηκε για ένα παιδάκι που ταλαιπωρήθηκε πολύ και αγκάλιασε τα παιδιά ΟΛΟΥ του κόσμου.

Είπαμε, να φτιάξουμε ένα ιστολόγιο, ένα blog, μια συντροφιά ΧΩΡΙΣ ΛΕΦΤΑ, για να λέμε πράγματα για τα παιδιά.
Να λέμε αυτά που αγαπάνε τα παιδιά.
Να λέμε αυτά που στενοχωρούν τα παιδιά.
Να λέμε πως να προφυλαχτεί ένα παιδί.
Να λέμε πως ένα παιδί θα μεγαλώσει καλύτερα, πως θα νοιώσει καλύτερα.
Να στηλιτεύσουμε όλα τα κακά, όλα τα δυσάρεστα, όλα τα εγκλήματα που γίνονται σε βάρος των παιδιών

Το παιδί είναι ο αδύναμος κρίκος του ιστού της κοινωνίας μας
και εκεί χτυπάει το κακό.
Το παιδί είναι το πιο απροστάτευτο πλάσμα σ' αυτό τον κόσμο.
Σ' αυτόν τον κόσμο τον «καλό».
Το παιδί, πρέπει κάποιος άλλος να το προστατεύσει.
Πρέπει να το προστατεύσει η μάνα του, ο πατέρας του, ο γονιός του, ο κηδεμόνας του, ο δάσκαλός του, η κοινότητα, η πολιτεία.
Το παιδί δεν μπορεί μόνο του. Είναι ευάλωτο παντελώς, από κάθε άποψη. Ευάλωτο σωματικά, ψυχικά, πνευματικά.

Και είπαμε, έστω και ένα παιδάκι να γλυτώσει,
αξίζει αυτή η προσπάθεια.
Έστω και ένα.

Και από τότε κύλισε πολύ νερό στο αυλάκι. Όταν ξεκίνησε το Χαμομηλάκι, ήταν λίγα ιστολόγια που αναφέρονταν στο παιδί, κυρίως γονιών που ήθελαν να μοιραστούν την χαρά τους για το παιδί τους, ή να ελαφρύνουν τον πόνο τους για το παιδί τους που υπέφερε, κοινοποιώντας το πρόβλημα του παιδιού τους, για να πάρουν δύναμη από την συμπαράσταση των συνανθρώπων μας. Λίγες ιστοσελίδες οργανωμένες ήταν.  Ήταν το Χαμόγελο του παιδιού, η Κιβωτός και μερικές άλλες.

Αλλά λες και φύσηξε ένας ούριος άνεμος. Από τότε έγιναν πολλές ιστοσελίδες αλληλεγγύης, πολλά ιστολόγια που αναφέρονται στο παιδί. Πώς να ντύσουμε το παιδί μας, πώς να του μαγειρέψουμε, πώς να το μεγαλώσουμε, τι να προσέχει το παιδί, τι να αποφεύγει το παιδί. Ο κόσμος ήθελε το καλό και το στήριξε, ίσως να ήταν η συγκυρία, ίσως να ήταν ότι ο κόσμος απηύδησε, αλλά μου φαίνεται ότι και το Χαμομηλάκι έβαλε το λιθαράκι του. Γέμισε ο τόπος, ο δικτυακός, με πρωτοβουλίες αλληλεγγύης.

altΒλέπουμε στα διάφορα sites χαμομηλάκια-λουλουδάκια να κοσμούν την πρόσοψή τους και χαιρόμαστε, επειδή νοιώθουμε ότι οι άνθρωποι αγάπησαν το Χαμομηλάκι. Νιώθουμε, ότι αγριεύουν οι «κόσμοι» όταν ακούσουν για την κακοποίηση ενός παιδιού. Νιώθουμε ότι οι μανάδες σφίγγουν πιο πολύ το παιδάκι τους στην αγκαλιά τους όταν έρθει η κακιά η είδηση.

Κι εμείς αυτό θέλαμε. Θέλαμε, να ευαισθητοποιηθούν οι άνθρωποι. Θέλαμε να θυμώνουν όταν ακούνε ότι πειράζουν τα παιδιά. Θέλαμε να αρχίσουν να προσέχουν περισσότερο τα παιδιά τους αυτούς τους δύσκολους καιρούς. Και θα δείτε, κάποια στιγμή, θα έρθει η ώρα, που σιωπηλά, μ' ένα χαμομηλάκι στο πέτο θα κατεβούμε όλοι στο Σύνταγμα. Θα κατεβούμε για να διεκδικήσουμε ένα καλύτερο αύριο για τα παιδιά μας. Επειδή τα έχουμε κάνει ρόιδο.

altΤο πρώτο θέμα στο Χαμομηλάκι εκείνη την 26η Νοεμβρίου ήταν η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού και ένα χρόνο μετά διαπιστώσαμε με έκπληξη ότι η γενέθλια ημερομηνία της ιστοσελίδας το Χαμομηλάκι, ήταν η γιορτή του Αγίου Στυλιανού, του προστάτη των Παιδιών, ίσως επειδή τίποτε δεν είναι τυχαίο.

Το χαμομηλάκι